Ο διεθνής επανεξοπλισμός βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη με το ΝΑΤΟ να θέτει στόχο το 5% του ΑΕΠ για αμυντικές δαπάνες και τις μεγάλες δυνάμεις να επιταχύνουν την παραγωγή τους. Η Γαλλία, δεύτερη παγκόσμια δύναμη στις εξαγωγές όπλων, καλείται να ανταποκριθεί σε μια ετήσια αγορά που μπορεί να ξεπεράσει τα 45 δισεκατομμύρια ευρώ, αλλά η βιομηχανική της βάση βρίσκεται ήδη στα όρια. Η Caisse des Dépôts έχει προειδοποιήσει ότι οι γαλλικές εγκαταστάσεις είναι κατειλημμένες κατά 90% και χρειάζονται επειγόντως επενδύσεις σε υποδομές, προσωπικό και διεθνοποίηση για να καλυφθεί η αυξημένη ζήτηση.
Η πρόκληση είναι τεράστια, καθώς η Γαλλία πρέπει να περάσει από μικρές σειρές παραγωγής σε μαζική κλίμακα, διατηρώντας παράλληλα την τεχνολογική της υπεροχή. Αν τα καταφέρει, μπορεί να δημιουργήσει 500.000 έως 800.000 νέες θέσεις εργασίας και να εδραιώσει την παρουσία της όχι μόνο με κορυφαία συστήματα όπως τα Rafale και οι Belharra, αλλά και με κρίσιμα υποσυστήματα που συνοδεύουν τις μεγάλες πλατφόρμες.
Για την Ελλάδα, η συζήτηση αυτή δεν είναι θεωρητική. Έχοντας ήδη επενδύσει σε Rafale και Belharra, η χώρα μας έχει εισέλθει σε ένα δίκτυο συνεργασιών που μπορεί να αποδώσει μόνο αν υπάρξει στρατηγικό σχέδιο ενίσχυσης της εγχώριας βιομηχανίας. Η συμμετοχή σε προγράμματα drones, πυραυλικά συστήματα, συντήρηση και αναβάθμιση μεγάλων οπλικών πλατφορμών θα μπορούσε να μετατρέψει την Ελλάδα από απλό καταναλωτή σε ουσιαστικό προμηθευτή.
Το ερώτημα είναι αν η Αθήνα θα αξιοποιήσει τη συγκυρία ή θα αφήσει την ευκαιρία να χαθεί, την ώρα που η Γαλλία και άλλες χώρες ετοιμάζονται για τον μεγαλύτερο κύκλο εξοπλισμών των τελευταίων δεκαετιών.
Διαβάστε επίσης:
Συμφωνία μαμούθ για τους APKWS – Το όπλο που αλλάζει όταν έρθει το παιχνίδι απέναντι στην Τουρκία
Ιρανός ναύαρχος ζητά συνεργασία με την Τουρκία στην αμυντική βιομηχανία