Το casus belli του 1995 επιστρέφει στο τουρκικό δημόσιο διάλογο με αφορμή ένα σενάριο που αγγίζει μία από τις πιο ευαίσθητες γραμμές στις ελληνοτουρκικές σχέσεις: την πιθανή επέκταση των ελληνικών χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια γύρω από ολόκληρη την Κρήτη.

Η τουρκική εφημερίδα Sözcü δημοσιεύει στις 25 Σεπτεμβρίου το θέμα με τον ιδιαίτερα φορτισμένο τίτλο «Η Ελλάδα παίζει με τη φωτιά». Αφετηρία είναι ελληνική ανάλυση για το ενδεχόμενο επέκτασης των χωρικών υδάτων όχι μόνο νότια και δυτικά της Κρήτης, αλλά περιμετρικά του νησιού.

Η Sözcü συνδέει ευθέως αυτή τη συζήτηση με την απόφαση της τουρκικής Εθνοσυνέλευσης του 1995. Η απόφαση εκείνη εξουσιοδοτεί την τουρκική κυβέρνηση να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα, ακόμη και στρατιωτικά, εάν η Ελλάδα επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα στο Αιγαίο πέραν των έξι ναυτικών μιλίων. Πρόκειται για την απόφαση που έχει επικρατήσει να περιγράφεται ως το τουρκικό casus belli.

Το casus belli ξαναμπαίνει στη δημόσια συζήτηση

Η αναφορά δεν περιορίζεται σε έναν τίτλο της Sözcü. Η δημοσιογράφος και αρθρογράφος Müyesser Yıldız επαναφέρει επίσης το casus belli, θέτοντας μάλιστα το ερώτημα εάν η ελληνική πλευρά έχει «αποθρασυνθεί» επειδή, κατά τη δική της διατύπωση, η τουρκική κοινή γνώμη δεν γνωρίζει επαρκώς τι σημαίνει η συγκεκριμένη απόφαση.

Αυτό δεν ισοδυναμεί με νέα επίσημη τουρκική προειδοποίηση. Μέχρι στιγμής πρόκειται για επανεμφάνιση του ζητήματος στον τουρκικό Τύπο και στον δημόσιο διάλογο, με αφορμή ένα ελληνικό σενάριο και όχι κάποια ανακοινωμένη απόφαση της Αθήνας για την Κρήτη.

Υπάρχει όμως ένα σταθερό θεσμικό υπόβαθρο. Η απόφαση της τουρκικής Εθνοσυνέλευσης της 8ης Ιουνίου 1995 δεν έχει ανακληθεί, ενώ η Αθήνα διατηρεί τη θέση ότι η επέκταση των χωρικών υδάτων έως τα 12 ναυτικά μίλια αποτελεί δικαίωμα που απορρέει από το Δίκαιο της Θάλασσας.

Η επαναφορά του casus belli αποκτά έτσι μεγαλύτερο πολιτικό βάρος από έναν ακόμη επιθετικό τίτλο του τουρκικού Τύπου. Συνδέει τη σημερινή συζήτηση για την Κρήτη με μία εκκρεμότητα τριών δεκαετιών, η οποία παραμένει ενεργή στο υπόβαθρο των ελληνοτουρκικών σχέσεων ακόμη και σε περιόδους κατά τις οποίες Αθήνα και Άγκυρα επιδιώκουν να διατηρήσουν ανοικτούς τους διαύλους διαλόγου.